A New Translation of Luigi Pirandello’s «Di sera, un geranio»

"Uno, nessuno, e qualcun altro" by Edoardo Costa

«Uno, nessuno, e qualcun altro» by
Edoardo Costa

Translation of Luigi Pirandello’s Di sera, un geranio by Christos Alexandridis. The original Italian version of the text is provided at the end of the post

Το βράδυ, ένα γεράνι

Ελευθερώθηκε μες στον ύπνο του, δεν ξέρει πώς· ίσως όπως όταν βυθίζεται κανείς στο νερό και έχει την αίσθηση ότι το σώμα του θα ανέβει πάλι επάνω από μόνο του, αλλά εκείνο που επανέρχεται στην επιφάνεια είναι μόνο η αίσθηση, η επιπλέουσα σκιά του σώματος που έχει μείνει κάτω.

Κοιμόταν και ξαφνικά έπαψε να βρίσκεται μέσα στο σώμα του. Δεν μπορεί να πει ότι ξύπνησε, ούτε μέσα σε τι βρίσκεται πράγματι τώρα, δεν το ξέρει. Μοιάζει να επιπλέει στην ατμόσφαιρα του κλειστού δωματίου του.

Αποκομμένος από τις αισθήσεις του, διατηρεί περισσότερο την ανάμνησή τους, όπως ήταν πριν, παρά τις εντυπώσεις τους. Δεν του είναι ακόμη απόμακρες, αλλά σίγουρα ήδη ξεκομμένες: εκεί η ακοή, όπου βρίσκεται έστω και ο παραμικρός θόρυβος μέσα στη νύχτα, εδώ η όραση, όπου μόλις ξεχωρίζει ένα αμυδρό φως, και οι τοίχοι, η οροφή (πόσο σκονισμένη φαίνεται από εδώ πάνω) και κάτω το πάτωμα με το χαλί κι εκείνη εκεί η είσοδος και ο ξεχασμένος τρόμος εκείνου του κρεβατιού με το πράσινο πουπουλένιο πάπλωμα και τις κιτρινισμένες κουβέρτες κάτω από τις οποίες μαντεύει κανείς την ύπαρξη ενός σώματος που κείται ακίνητο, με το κεφάλι φαλακρό, βυθισμένο μέσα στην ακαταστασία των μαξιλαριών, με τα μάτια κλειστά και το στόμα ανοιχτό ανάμεσα στις κοκκινωπές τρίχες από το μουστάκι και το γένι του, μεγάλες τρίχες, σχεδόν μεταλλικές, ένα άνοιγμα ξηρό, μαύρο· και οι τρίχες στα φρύδια τόσο μακριές που αν δεν τις στρώσει του πέφτουν μες στα μάτια.

Είναι αυτός, εκείνος! Κάποιος που δεν υπάρχει πια. Κάποιος που το σώμα εκείνο τού ήταν ήδη μεγάλο βάρος. Τι μεγάλος κόπος ακόμη και η αναπνοή! Όλη η ζωή στριμωγμένη μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο. Και να αισθάνεσαι σιγά σιγά να φεύγουν τα πάντα και να κρατιέσαι στη ζωή παρατηρώντας ένα αντικείμενο, ετούτο ή εκείνο, με το φόβο μήπως αποκοιμηθείς. Πράγματι, μες στον ύπνο…

Πόσο του ηχούν παράξενες οι τελευταίες λέξεις της ζωής μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο:

– Μα έχετε τη γνώμη ότι, στην κατάσταση που έχω φτάσει, πρέπει να γίνει μια τόσο επικίνδυνη εγχείριση;

– Στο σημείο που έχουμε φτάσει, ο κίνδυνος πράγματι…

– Δεν πρόκειται για τον κίνδυνο. Εννοώ εάν υπάρχει καμία ελπίδα.

– Α, μικρή.

– Τότε…

Η ροζ λάμπα, κρεμασμένη στο μέσο του δωματίου, έμεινε μάταια αναμμένη.

Παρ’ όλα αυτά τώρα έχει ελευθερωθεί και αισθάνεται για το σώμα του, που κείται εκεί, περισσότερο έχθρα παρά αντιπάθεια. Πράγματι, δεν κατάλαβε ποτέ το λόγο για τον οποίο οι άλλοι έπρεπε να θεωρούν την εικόνα εκείνη σαν το πιο δικό του πράγμα.

Δεν ήταν αλήθεια, δεν είναι αλήθεια.

Αυτός δεν ήταν εκείνο το σώμα, είχε μικρή σχέση μαζί του. Ο ίδιος βρισκόταν μέσα στη ζωή, μέσα στα πράγματα που σκεφτόταν, που τον συγκλόνιζαν εσωτερικά, σ’ όλα αυτά που έβλεπε έξω χωρίς να βλέπει πια τον εαυτό του. Σπίτια, δρόμοι, ουρανός. Ο κόσμος ολόκληρος.

Ναι, αλλά τώρα, χωρίς πλέον το σώμα του, μένει αυτή η λύπη, αυτό το σάστισμα της διάλυσης και της διάχυσής του σε κάθε πράγμα στο οποίο, για να κρατηθεί, προσκολλάται πάλι, αλλά με την προσκόλλησή του εκεί επανέρχεται ο φόβος, όχι μήπως αποκοιμηθεί, αλλά μην εξαφανισθεί μέσα στο πράγμα που μένει εκεί από μόνο του, χωρίς εκείνον πλέον. Αντικείμενο: ρολόι πάνω στο κομοδίνο, μικρό κάδρο στον τοίχο, ροζ λάμπα κρεμασμένη στο μέσο του δωματίου.

Τώρα αυτός είναι εκείνα τα πράγματα· όχι πια όπως ήταν, όταν είχαν ακόμη κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Εκείνα τα πράγματα που καθαυτά δεν έχουν κανένα νόημα και που τώρα λοιπόν δεν είναι τίποτε γι’ αυτόν.

Και αυτό είναι ο θάνατος.

Ο τοίχος της βίλας. Αλλά πώς; Βρέθηκε κιόλας έξω; Το φεγγάρι ρίχνει τις αχτίδες του εκεί και κάτω είναι ο κήπος.

Η λεκάνη του πίδακα, ακατέργαστη, είναι κολλημένη στον τοίχο του φράχτη. Ο τοίχος είναι καταπράσινος από τις αναρριχώμενες τριανταφυλλιές.

Το νερό πέφτει σε σταγόνες μες στη λεκάνη. Πότε μετατρέπεται σε ράντισμα φυσαλίδων, πότε γίνεται μια γυάλινη, διαφανής, λεπτή, ακίνητη κλωστή.

Πόσο γάργαρο είναι αυτό το νερό καθώς πέφτει! Μόλις πέσει μέσα στη λεκάνη γίνεται αμέσως πράσινο. Είναι τόσο λεπτή η κλωστή του νερού, τόσο αραιές μερικές φορές οι σταγόνες που κοιτάζοντας μες στη λεκάνη τον πυκνό όγκο του νερού που έχει κιόλας πέσει, μοιάζει με ωκεάνια αιωνιότητα.

Επιπλέουν πολλά λευκά και πράσινα φυλλαράκια που μόλις έχουν αρχίσει να κιτρινίζουν. Το άνοιγμα του σιδερένιου σωλήνα της αποχέτευσης αγγίζει την επιφάνεια του νερού, που θα ρουφούσε σιωπηλά το παραπανίσιο νερό, εάν δεν ήταν τα φυλλαράκια αυτά που παρασυρμένα συνωθούνται τριγύρω. Η ρουφήχτρα στο στόμιο του σωλήνα που έχει φράξει από τα φυλλαράκια είναι σαν να τα μαλώνει με βραχνή φωνή, γιατί, τα ανόητα, βιάζονται πολύ να τα ρουφήξει ο σωλήνας και να εξαφανισθούν, λες και δεν είναι ωραίο να κολυμπούν ελαφρά έτσι όπως είναι και τόσο λευκά πάνω στο σκούρο γυάλινο πράσινο του νερού. Αφού έπεσαν όμως! Και αφού είναι τόσο ελαφρά! Και αφού υπάρχεις κι εσύ, στόμιο του θανάτου, που κάνεις το μέτρημα!

Εξαφάνιση.

Έκπληξη που σταδιακά μεγαλώνει, γίνεται άπειρη: η αυταπάτη των αισθήσεων, που έχουν κιόλας σκορπίσει, αδειάζει σιγά σιγά από πράγματα που έμοιαζε να υπάρχουν και όμως δεν υπήρχαν· ήχοι, χρώματα, δεν υπήρχαν. Όλα κρύα, όλα βουβά· ήταν ένα τίποτε, και ο θάνατος, αυτό το τίποτε της ζωής όπως υπήρξε. Εκείνο το πράσινο…. Α, πώς ήθελε να ήταν ο ίδιος χλόη κάποτε, την αυγή, κοντά στην όχθη, κοιτάζοντας τους θάμνους και αναπνέοντας την ευωδιά όλου εκείνου του πράσινου, τόσο δροσερού και φρέσκου! Ένα κουβάρι από άσπρες ζωντανές ρίζες που απομυζούν τους χυμούς της μαύρης γης. Α, πόσο γήινη είναι η ζωή και δε θέλει ουρανό παρά μόνο για να δώσει πνοή στη γη! Αυτός όμως είναι τώρα σαν την ευωδιά χλόης που διαλύεται σ’ αυτή την πνοή, ατμός αισθητός ακόμη που αραιώνει και εξαφανίζεται, χωρίς όμως να τελειώνει, χωρίς να έχει πια τίποτα κοντά του· ναι, ίσως ένα πόνο· αλλά αφού μπορεί ακόμη με διαύγεια να τον σκέφτεται, σημαίνει ότι βρίσκεται κιόλας μακριά, χωρίς πλέον το χρόνο, στην άπειρη θλίψη μιας τόσο μάταιης αιωνιότητας.

Ένα πράγμα, να πάρει πάλι υπόσταση μέσα σ’ ένα πράγμα, έστω και αν είναι κάτι μηδαμινό, μια πέτρα ή ακόμη ένα βραχύβιο λουλούδι: να ’το, αυτό το γεράνι….

-Ω, κοίταξε εκεί κάτω, μες στον κήπο, εκείνο το κόκκινο γεράνι. Πώς έχει πάρει φωτιά! Γιατί;

Καμιά φορά το βράδυ, μες στους κήπους παίρνει ξαφνικά φωτιά κάποιο λουλούδι και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει την αιτία.

 

 

edited by Philadelphus editorial team

Λίγα λόγια για τον μεταφραστή:
Ο Χρίστος Αλεξανδρίδης γεννήθηκε το 1946 στο Βόλο. Σπούδασε ιταλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου. Μεταφράζει λογοτεχνία, θέατρο, και ιστορία καθώς επίσης δοκίμια και άρθρα από τα ιταλικά και δευτερευόντως τα γαλλικά. Μεταφράσεις του έχουν δημοσιεύτει απο ελληνικούς εκδοτικούς οίκους και διεθνείς ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες.


Di sera, un geranio

S’è liberato nel sonno, non sa come: forse come quando s’affonda nell’acqua, che si ha la sensazione che poi il corpo riverrà su da sé, e su invece riviene solamente la sensazione, ombra galleggiante del corpo rimasto giù.

Dormiva, e non è più nel suo corpo; non può dire che si sia svegliato; e in che cosa ora sia veramente, non sa; è come sospeso a galla nell’aria della sua camera chiusa.

Alienato dai sensi, ne serba piú che gli avvertimenti il ricordo, com’erano; non ancora lontani ma già staccati: là l’udito, dov’è un rumore anche minimo nella notte; qua la vista, dov’è appena un barlume; e le pareti, il soffitto (come di qua pare polveroso) e giù il pavimento col tappeto, e quell’uscio, e lo smemorato spavento di quel letto col piumino verde e le coperte giallognole, sotto le quali s’indovina un corpo che giace inerte; la testa calva, affondata sui guanciali scomposti; gli occhi chiusi e la bocca aperta tra i peli rossicci dei baffi e della barba, grossi peli, quasi metallici; un foro secco, nero; e un pelo delle sopracciglia così lungo, che se non lo tiene a posto, gli scende sull’occhio.

Lui, quello! Uno che non è più. Uno a cui quel corpo pesava già tanto. E che fatica anche il respiro! Tutta la vita, ristretta in questa camera; e sentirsi a mano a mano mancar tutto, e tenersi in vita fissando un oggetto, questo o quello, con la paura d’addormentarsi. Difatti poi, nel sonno…

Come gli suonano strane, in quella camera, le ultime parole della vita:

– Ma lei è di parere che, nello stato in cui sono ridotto, sia da tentare un’operazione così rischiosa?

– Al punto in cui siamo, il rischio veramente…

– Non è il rischio. Dico se c’è qualche speranza.

– Ah, poca.

– E allora…

La lampada rosea, sospesa in mezzo alla camera, è rimasta accesa invano.

Ma dopo tutto, ora s’è liberato, e prova per quel suo corpo là, più che antipatia, rancore. Veramente non vide mai la ragione che gli altri dovessero riconoscere quell’immagine come la cosa più sua.

Non era vero. Non è vero.

Lui non era quel suo corpo; c’era anzi così poco; era nella vita lui, nelle cose che pensava, che gli s’agitavano dentro, in tutto ciò che vedeva fuori senza più vedere se stesso. Case strade cielo. Tutto il mondo.

Già, ma ora, senza piú il corpo, è questa pena ora, è questo sgomento del suo disgregarsi e diffondersi in ogni cosa, a cui, per tenersi, torna a aderire ma, aderendovi, la paura di nuovo, non d’addormentarsi, ma del suo svanire nella cosa che resta là per sé, senza più lui: oggetto: orologio sul comodino, quadretto alla parete, lampada rosea sospesa in mezzo alla camera.

Lui è ora quelle cose; non piú com’erano, quando avevano ancora un senso per lui; quelle cose che per se stesse non hanno alcun senso e che ora dunque non sono più niente per lui.

E questo è morire.

Il muro della villa. Ma come, n’è già fuori? La luna vi batte sopra; e giù è il giardino.

La vasca, grezza, è attaccata al muro di cinta. Il muro è tutto vestito di verde dalle sorelline rampicanti.

L’acqua, nella vasca, piomba a stille. Ora è uno sbruffo di bolle. Ora è un filo di vetro, limpido, esile, immobile.

Come chiara quest’acqua nel cadere! Nella vasca diventa subito verde, appena caduta. E così esile il filo, così rade a volte le stille che a guardar nella vasca il denso volume d’acqua già caduta è come un’eternità di oceano.

A galla, tante foglioline bianche e verdi, appena ingiallite. E a fior d’acqua, la bocca del tubo di ferro dello scarico, che si berrebbe in silenzio il soverchio dell’acqua, se non fosse per queste foglioline che, attratte, vi fan ressa attorno. Il risucchio della bocca che s’ingorga è come un rimbrotto rauco a queste sciocche frettolose frettolose a cui par che tardi di sparire ingojate, come se non fosse bello nuotar lievi e così bianche sul cupo verde vitreo dell’acqua. Ma se sono cadute! se sono così lievi! E se ci sei tu, bocca di morte, che fai la misura!

Sparire.

Sorpresa che si fa di mano in mano piú grande, infinita: l’illusione dei sensi, già sparsi, che a poco a poco si svuota di cose che pareva ci fossero e che invece non c’erano; suoni, colori, non c’erano; tutto freddo, tutto muto; era niente; e la morte, questo niente della vita com’era. Quel verde… Ah come, all’alba, lungo una proda, volle esser erba lui, una volta, guardando i cespugli e respirando la fragranza di tutto quel verde così fresco e nuovo! Groviglio di bianche radici vive abbarbicate a succhiar l’umore della terra nera. Ah come la vita è di terra, e non vuol cielo, se non per dare respiro alla terra! Ma ora lui è come la fragranza di un’erba che si va sciogliendo in questo respiro, vapore ancora sensibile che si dirada e svanisce, ma senza finire, senz’aver più nulla vicino; sì, forse un dolore; ma se può far tanto ancora di pensarlo, è già lontano, senza più tempo, nella tristezza infinita d’una così vana eternità.

Una cosa, consistere ancora in una cosa, che sia pur quasi niente, una pietra. O anche un fiore che duri poco: ecco, questo geranio…

– Oh guarda giù, nel giardino, quel geranio rosso. Come s’accende! Perché?

Di sera, qualche volta, nei giardini s’accende così, improvvisamente, qualche fiore; e nessuno sa spiegarsene la ragione.


Photo: “Uno, nessuno, e qualcun altro”, by Edoardo Costa, used under CC BY 2.0

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Basic HTML is allowed. Your email address will not be published.

Subscribe to this comment feed via RSS

Αρέσει σε %d bloggers: