«Ο Κόρακας» σε μετάφραση Στράτου Κιαπίδη

The face of the future by LUH 3417

The face of the future by LUH 3417

Ο Κόρακας

Μετάφραση του Στράτου Κιαπίδη

 

Μὲς στὰ μεσάνυχτα τὰ μαύρα, κάποτε συλλογισμένος,
αδύναμος καὶ κουρασμένος,
καθὼς πάν’ απὸ ἕναν τόμο μὲ παράδοξες γραφές,
μισοκοιμόμουνα γερμένος,..
ξαφνικ’ άκουσα ἕναν κτύπο! -ἕνα ευγενικό σινιάλο
στῆς αιθούσης μου τὴν πόρτα.
«Επισκέπτης τέτοιαν ὥρα!;» -ξάφνου τοῦ μυαλοῦ τὸ ζάλο.
-«Μόνο αυτό, καὶ τίποτ’ άλλο.»

Σ’ ἕνα μνῆμα τοῦ Δεκέμβρη -θύμησή μου ακριβή-,
φλόγα μὲς απ’ τὴν πληγή,
στοιχειό ΄ν΄ ὅπου αυτὴ σμιλεύει, καταγῆς στὸ πάτωμα…
…«…ἡ ευχή μου ὰς ξημερώσει!..»…
-μὰ στὴ θλίψη τῶν κειμένων, ματαίως έψαχνα γατρειά
απ’ τῆς Λενόρ τὸ μισεμό.
Εξαίσια Ἑλεωνόρ, σπάνια Κόρη! -τῶν αγγέλων ευλογιά…
-Ανώνυμη, γιὰ πάντα πιὰ.

Καὶ οἱ αβέβαια θλιμμένες τῶν μαβιῶν αυλαίων κινήσεις,
ενθουσίαση μοῦ εφέραν…
-μὲ πρωτόγνωρες φοβίες όμορφα μ’ επλημμυρίσαν…
κι έτσι γιὰ νὰ επαγώσω
πιὰ τὸν κτύπο τῆς καρδιᾶς μου, συνέχισα καὶ τὸ σκοπό..:
«Ποιός στὴν πόρτα μου επισκέπτης
νὰ εισέλθει ικετεύει; -τέτοιαν ὥρα ποιός καὶ τί!, γυρεύει εδῶ;..
-Τίποτ’ άλλο, μόνο αυτό.»

Αίφνης τότ’ αναντρανίζω καὶ μὴ διστάζοντας πιὰ τώρα ὁμιλῶ:
«Κύριε ή Κυρία, ὁρίστε!
συγχωρεῖστε με αλήθεια, μὰ ὁ ὕπνος μ’ εἶχε πάρει ὁ γλυκός
ὅταν άκουσα στὴν πόρτα
-στῆς αιθούσης μου τὴν πόρτα, τ’ ἁπαλό, καλὸ σινιάλο.»
-ιδέα μου μήπως νὰ ἦταν!;..
κι άνοιξα τὴν εμπασιά ‘ξακολουθώντας ν’ αμφιβάλλω…
-Σκότος έξω, τίποτ’ άλλο.

Ὥρα εστάθηκα μὲ φόβο καὶ μὲ θαυμασμό βυθίστηκα στὸ σκότος
αμήχανος˙ ονειρευόμουν
ονείρατα π’ ουδείς θνητός ετόλμησε, ποτέ νὰ ονειρευτεῖ!
-Μὰ αδιατάρακτη ἡ σιωπή,..
καὶ στὴν αδιάφορη γαλήνη, μόνο μιὰ λέξη εψιθύρισα εγώ.
«λ ε ω ν ό ρ α»
κι επεστράφῃ πίσω η λέξη «λεωνόρα!», σιγανὰ ‘πὸ μιὰν ηχώ.
-Τίποτ’ άλλο, ἁπλὼς αυτό.

Πίσω στὴν κάμαρη γυρνώντας, καθὼς φλεγόταν μου ἡ ψυχή
εστιά τσωθικά μου…-
σύντομα κι άλλο ακούω κτύπο, λίγο πιὸ δυνατὰ ‘πὸ πρίν.
«Αναμφιβόλως,..» τότε εἶπα,
«…αναμφιβόλως κάτι ὑπάρχει στοῦ παραθύρου τὸ καβάλο
-τὸ μυστήριο πρέπει νὰ λυθεῖ…
Ὰς ἡσυχάσει ἡ καρδιά μου μιὰ στιγμή, ἕνα συμπέρασμα ὰς βγάλω.
-Ὁ αγέρας ἦταν, τίποτ’ άλλο!»

Ὁρμώντας άνοιξα τὶς γρίλιες, ὅταν αρχοντικὰ ἕνας Κόρακας
φτεροκοπώντας χαριέντως
χίμηξε μέσα, -απὸ εποχές αλλοτινές, ἅγιες καὶ περασμένες.
-Στιγμή δὲν κοντοστάθηκε
καὶ άνευ ίχνος σεβασμοῦ, μ’ όψη βασιλική -τὸ δίχως άλλο-,
θρόνιασε απ’ τὴν πόρτα πάνω.
-στὴν πόρτα τῆς αιθούσης μου, σ’ ἕνα γλυπτό απάνω, τῆς Παλλάδος.
Θρόνιασ’ εκεῖ, καὶ τίποτ’ άλλο.

Τὸ εβένινο, τότε, πουλί, μ’ απάτη έδιωξε μακριὰ τὴν έμφυτή μου θλίψη
-γέλωτα μοῦ προκάλεσε,..
τῆς βλοσυρῆς ευπρέπειας τὴ σκοτεινὴ ὅταν ντύθηκε, αυτοκυρίαρχη όψη.
«Κι ὰν ξυρισμέν’ ἡ κόμη σου», εἶπα,
«δειλός εσύ δὲν εἶσαι! Κόρακα αρχαῖε, τρομερέ, απ’ τῆς Νυχτιᾶς τὴν αμμουδιά
καθὼς περιπλανιέσαι,..
μὲ ποι’ όνομα δοξαστικό εκεῖθε σέ καλοῦνε;.. -‘κεῖ στὴν Πλουτώνια στεριά!»
-Απεφάνθῃ ὁ Κόραξ «Ποτέ πιὰ.»

Μὲ θαυμασμό τότ΄ άκουσα τὴν άγαρμπη λαλιά του, καθάρια νὰ μιλάει
κι ανόητα ν’ απαντᾶ
μὲ μιὰ μονοτονία. Καὶ ποιός θὰ φέρει αντίρρηση; -ὅτι κανένας ζωντανός
ποτέ δὲν αξιώθηκε
πτηνό νὰ ιδεῖ στὴν κάμαρη, νὰ στέκεται αγέρωχο πάνω στὴν εμπασιά.
Πτηνό ή θεριό! -νὰ στέκεται,
στὴν προτομή νὰ κάθεται τῆς κάμαρής του, πάνω απ’ τὴν εμπασιά,
ποὺ νὰ τό λένε: «Ποτέ πιὰ.»

Καὶ στὸ γαλήνιο γλυπτό πάνω, καθὼς ὁ Κόρακας καθόταν, εἶχε μιλήσει
δυὸ λέξεις μοναχά.
Λὲς κι απ’ αυτές τὶς δύο λέξεις, επήγαζ΄ ὅλη τῆς ψυχῆς του ἡ ῥοή.
Τίποτε δὲν εἶπε άλλο,
ούτ’ εκούνησε φτερό. Ὥσπου ψιθύρισα μὲ πάθος «φίλοι μ’ άφησαν παλιά!..
σύντομα κι εσύ θφύγεις,..
καθὼς οἱ μάταιές μου ελπίδες οποὺ μ’ αφήσανε παλιά…»
-Καὶ τ’ όρνιο εἶπε «Ποτέ πιὰ.»

Ξαφνιασμένος τὴν απόκριση, τῆς διερρηγμένης πιὰ σιωπῆς καθὼς ακούω…
«Αναμφιβόλως,» εἶπα, «ὅ,τι αυτό ξέρει
δὲν εἶναι, παρὰ αυτές οἱ δύο λέξεις μοναχά, αυτή ὅλη κι ὅλ’ ἡ γνώση του εἶναι,
ποὺ κάποιον κύριό του δυστυχή
ῥίζα κακιά τὸν μοίρανε, ὥσπου τὰ τραγούδια του ὅλα, φωνή γίνανε μιά.
-Ἕνα κοινότυπο τροπάρι…
Ὥσπου τὰ μοιρολόγια του ὅλα τῆς ελπίδος, μελαγχολικὴ φωνή γίνανε μιά.
-Ποὺ μόνο λέει Ποτέ –«Ποτέ πιὰ.»

Καθὼς ὁ Κόρακας ακόμη μοῦ διασκέδαζε τὴ θλίψη, έσυρα μιὰ πολυθρόνα
κι αφοὺ βούλιαξα πιὰ μέσα
στὴ βελούδινη ὑφή της, έκατσα μπροστά απ’ τὴν πόρτα, τ’ όρνιο καὶ τὴν προτομή.
Μὲ λογισμό καὶ φαντασία
προσπάθησα νὰ καταλάβω, τὸ δυσοίωνο αυτό πτηνό απ’ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
-αυτό τὸ αδύναμο, φριχτό καὶ ζοφερό
πτηνό τὸ στοιχειωμένο, αυτός ὁ μάντης τῶν κακῶν απ’ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τί εννοοῦσε μὲ τὴν φράση: «Ποτέ πιὰ.»

Κολλημένος έμεινα έτσι, προσπαθώντας νὰ μαντέψω κι ὅπως ήμουν σιωπηλός
στὸ πτηνό αντικριστά,
τὰ πύρινα καυτά του μάτια, μοῦ έκαιγαν τὰ σωθικά. Σκεπτικός γιὰ απαντήσεις
κάθισ’ αναπαυτικά,..
στῆς βελούδινης καρέκλας τὴν απαλή ὑφή, ποὺ τῶν κεριῶν το φῶς πέφτει γλυκά.
Τὴ μαβιά, βελούδινη απαλή ὑφή
ὁποὺ τῶν κεριῶν, -χαρούμενο γιὰ τὸν δικό μου πόνο φῶς-, πάνω πέφτει γλυκά,..
καὶ ποὺ Αυτή δὲ θὰ χαρεῖ, ποτέ ξανὰ.

Πύκνωσε κατόπι ὁ  αέρας, κι αόρατο λιβανιστήρι τον γέμισε μ’ αρώματα
ποὺ Σεραφείμ τ’ ανακατεύαν˙
τὰ πατήματά τους άκουσα, καθὼς στὰ χνούδια τοῦ πατώματος χορεύαν…
«Άθλιε!» έκραξα τότε,
«ὁ Θεός σου σοῦ τὰ στέλνει –μὲ τοὺς αγγέλους του σὲ σένα στέλνει, νά!
-πιοτό ανακούφισης καὶ λήθης,..
πιές το! ὼ πιές, τὸ πιοτό τῆς λησμονιᾶς, τῆς Λεωνόρας πιὰ νὰ φύγει ἡ πεθυμιά!»
-Απεφάνθῃ ὁ Κόραξ «Ποτέ πιὰ.»

«Προφήτη!» εἶπα, «κακό δαιμόνιο! –σκιάχτρο εσύ, πουλί ή διάολε!
είτε ὡς δέλεαρ εδῶ ἦρθες,
είτε ὡς συμφορά κι αντάρα, σὲ τούτης ΄δῶ τῆς γῆς, τὴν ἕρμη τὴν ακτή.
Άφοβα κι απελπισμένα
σὰ γητευτής εισήλθες, στὸ σπιτικό αυτό τὸ φριχτό καὶ στοιχειωμένο από παλιά.
-Πές μου αλήθεια, σ’ ικετεύω,..
πές μου ὰν βάλσαμο ὑπάρχει, έστω στὸν Όλυμπο ὰν ὑπάρχει, μία κάποια γατρειά!»
-Απεφάνθῃ ὁ Κόραξ «Ποτέ πιὰ.»

«Προφήτη!» εἶπα, «κακό δαιμόνιο! –σκιάχτρο εσύ, πουλί ή διάολε!
Στοὺς ἑφτά Ουρανούς
ποὺ μᾶς σκαπάζουν – στὸν Ἕναν ποὺ κι οἱ δυὸ μας, λατρεύουμε Θεό,..
πὲς στὴν ψυχή αυτή πού ‘ναι
μὲ θλίψη φορτωμένη, ὰν στοὺς μακρινοὺς κήπους τῆς Εδέμ, θὰ πάρει αγκαλιά
τὴν ἅγια Κόρη Ἕλεωνόρ
-τὴν αγλαή καὶ σπάνια Κόρη τῶν αγγέλων Ἑλεωνόρ, ὰν θὰ πάρει πι’ αγκαλιά.»
-Απεφάνθῃ ὁ Κόραξ «Ποτέ πιὰ.»

«Αυτές οἱ δύο λέξεις, τὴν έξοδο ὰς σημάνουν, όρνιο ή δαίμονα –μ’ ακοῦς;!»
-έσκουξα τότε κι εγώ.
«Φύγε πίσω στὴν αντάρα, πίσω στὴν Πλουτώνια Νύχτα, στὴν ακτή τὴ σκοτεινή!
Κι ούτ’ ἕνα φτερό σου μαύρο
γιὰ ενθύμιο μὴν αφήσεις, κι ὅ,τι απ’ τὴν ψυχή σου βγῆκε νὰ τὸ πάρεις μακριά!
-Άσε με στὴ μοναξιά μου!
Τὴ ρομφαία σου βγᾶλε απ’ τὴν καρδιά μου… χάσου!, φεύγ’ απὸ τὴν εμπασιά!»
-Απεφάνθῃ ὁ Κόραξ «Ποτέ πιὰ.»

…Κι ὁ Κόρακας ποτέ δὲν τὸ κουνάει,.. κάθετ’ ακίνητος εκεῖ στὴν ανιαρή,
τῆς Παλλάδος προτομή
-πάν’ απ’ τὴν πόρτα. Καὶ μοιάζουνε τὰ μάτια του μὲ μάτια ἑνός δαιμόνου
ποὺ ὅλ’ ονειροπολεῖ.
Κι ὅπως χύνετ’ απάνω του τῶν κεριῶν τὸ φῶς καὶ τὴ δική του ρίχνει στὸ πάτωμα σκιά,
πιὰ ἡ δική μου ἡ ψυχή,
έξω απ’ αυτήν ποὺ κείτεται -στὸ πάτωμα ποὺ κείτεται- τὴν πλωτή σκιά,
δὲ θ’ αναλήψει –ποτέ πιὰ!..


Λίγα λόγια για τον μεταφραστή: Γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με την ποίηση και την φιλοσοφία. Σπουδάζει ελληνικό πολιτισμό και λογοτεχνική μετάφραση.


Πρωτότυπο: The Raven by Edgar Allan Poe
http://www.poetryfoundation.org/poem/178713


Photo: The face of the Future by LUH 3417 used under CC BY 2.0

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Basic HTML is allowed. Your email address will not be published.

Subscribe to this comment feed via RSS

Αρέσει σε %d bloggers: